Σαπούνια.

Πρώιμη ιστορία.

    Οι πρώτες καταγραφές στοιχείων για την παραγωγή υλικών που μοιάζουν με σαπούνι χρονολογούνται γύρω στο 2.800 π.Χ. στην αρχαία Βαβυλώνα. Ένας   τύπος για σαπούνι που αποτελείται από νερό, αλκάλια, και έλαιο κάσιας βρέθηκε "γραμμένη" σε πήλινο δίσκο στη Βαβυλώνα γύρω στο 2200 π.Χ. Ο πάπυρος Ebers (Αίγυπτος, 1550 π.Χ.) δείχνει ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι λούζονταν τακτικά και συνδύαζαν έλαια ζωικά και φυτικά με αλκαλικά άλατα για να δημιουργήσουν κάτι που έμοιαζε με σαπούνι. Αιγυπτιακά έγγραφα αναφέρουν ότι ουσία παρόμοια με σαπούνι χρησιμοποιήθηκε για την επεξεργασία μαλλιού για ύφανση.

    Η λατινική λέξη για το σαπούνι - sapo - εμφανίζεται για πρώτη φορά στο σύγγραμμα Naturalis Historia του Πλίνιου του Πρεσβύτερου, στο οποίο αναφέρεται η παρασκευή του από ζωικό λίπος και στάχτη αλλά ως χρήση του αναφέρεται η αλοιφή για τα μαλλιά, με μάλλον υποτιμητικό σχόλιο πως χρησιμοποιείται περισσότερο από τους άνδρες και λιγότερο από τις γυναίκες στους Γερμανούς και τους Γαλάτες.

   Ο Γαληνός περιγράφει την παρασκευή σαπουνιού με τη χρήση αλυσίβας και αναφέρει πως χρησιμοποιείται στο πλύσιμο για να παρασύρει τις ακαθαρσίες τόσο από το σώμα όσο και από τα ρούχα. Σύμφωνα με τον Γαληνό, καλύτερα σαπούνια ήταν τα Γερμανικά, με τα Γαλατικά να ακολουθούν.

Μεσαίωνας - Αναγέννηση.

    Οι σαπωνοποιοί στη Νάπολη είχαν δημιουργήσει συντεχνία κατά τα τέλη του 6ου αιώνα ενώ κατά τον 8ο αιώνα η σαπωνοποιία ήταν πολύ γνωστή τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ισπανία. Η σαπωνοποιία αναφέρεται τόσο ως "γυναικεία εργασία" αλλά και ως ενασχόληση "ικανών τεχνιτών" στους οποίους εντάσσονταν οι ξυλουργοί, οι κτίστες και οι αρτοποιοί.

    Στην Γαλλία κατά το δεύτερο ήμισυ του 15ου αιώνα η ημι-βιομηχανική σαπωνοποιία είχε συγκεντρωθεί σε ορισμένα κέντρα της Προβηγγίας, όπως η Τουλόν,η  Ιέρ και η Μασσαλία από τα οποία εφοδιαζόταν όλη η χώρα. Η παραγωγή, μάλιστα,της Μασσαλίας, σε δύο εργοστάσια, έτεινε να εκτοπίσει όλα τα υπόλοιπα   κέντρα.

    Από τον 16ο αιώνα και ύστερα άρχισαν να παράγονται στην Ευρώπη πιο εκλεπτυσμένα σαπούνια, με χρήση φυτικών ελαίων και όχι ζωικών λιπών. Πολλά από αυτά παράγονται ακόμη και σήμερα, είτε από βιομηχανίες είτε από οικοτέχνες.

Σύγχρονη εποχή.

Μέχρι την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης η σαπωνοποιία ήταν κλάδος σχετικά μικρής κλίμακας και τα παραγόμενα σαπούνια ήταν "σκληρά".

 Με το χρόνο τα σαπούνια εξελίχτηκαν αποκτώντας χρώμα και αρωματίστηκαν (μερικές φορές με πολύ έντονα αρώματα), ενώ κυκλοφορούν σήμερα και υπό μορφή υγρού (υγρό σαπούνι).

Το σαπούνι είναι προϊόν χημικής διεργασίας που λέγεται σαπωνοποίηση.

    Κατά τη διάρκεια της παρασκευής του ανακατεύουμε ένα έλαιο με ένα διάλυμα καυστικής σόδας η ποτάσας σε νερό. Με την θερμότητα και την ανάμιξη το έλαιο και η βάση αντιδρούν χημικά και παράγουν σαπούνι και γλυκερίνη.
    Η κρύα μέθοδος παραγωγής σαπουνιού είναι ήδη γνωστή από τον 17ο αιώνα και τα υλικά ζυγίζονται και υπολογίζονται με ακρίβεια γραμμαρίου. Το μεγάλο πλεονέκτημά της είναι ότι δεν απαιτείται θέρμανση. Η ανάμιξη και το άδειασμα στο καλούπι όπου το σαπούνι ωριμάζει αργά αρκούν για να γίνει η αντίδραση. Είναι η κατεξοχήν κατάλληλη μέθοδος για σπιτικό σαπούνι.

                                                              Πλεονεκτήματα της κρύας μεθόδου σαπωνοποίησης:

   • Όλη η γλυκερίνη που παράγεται διατηρείται στο σαπούνι και είναι σημαντικός ενυδατικός παράγοντας.
   • Η χαμηλή θερμοκρασία μας επιτρέπει να χρησιμοποιήσουμε έλαια, και αιθέρια έλαια χωρίς να υποστούν αλλαγές οι ευεργετικές τους ιδιότητες.
   • Υπάρχουν πολλά διαφορετικά έλαια και απεριόριστες συνταγές έτσι ώστε να έχουμε σαπούνια με μεγάλη ποικιλία από καλλυντικές ιδιότητες.
    Δεν υπάρχει σαπούνι που να μην έχει χρησιμοποιηθεί κατά την διάρκεια της παρασκευής του ως πρώτη ύλη καυστικό νάτριο(σόδα) ή καυστικό κάλιο (ποτάσα). Σαπούνι που δεν έχει τα παραπάνω, δεν είναι σαπούνι.

Κηραλοιφές.

Η κηραλοιφή είναι μια πανάρχαια συνταγή καλλωπισμού και περιποίησης του δέρματος. Είναι μια κρέμα φτιαγμένη από δύο και μόνο φυσικά συστατικά: κερί μέλισσας και ελαιόλαδο. Από εκεί και έπειτα μπορούν να προστεθούν διάφορα έλαια για πιο εξειδικευμένη χρήση.

Το κερί μέλισσας έχει άπειρες εφαρμογές και δρα ως αδιαβροχοποιητής και προστατεύει το δέρμα από την απώλεια της υγρασίας του. Έχει ιδιότητες μαλακτικές, αντιφλεγμονώδεις, αντισηπτικές, επουλωτικές και βοηθά το δέρμα να έχει μια απαλή και ελαστική δομή.
Το ελαιόλαδο είναι πλούσιο σε αντιοξειδωτικά και βιταμίνες και τρέφει το δέρμα, ενισχύει την ελαστικότητα και αναπληρώνει τα πολύτιμα λιπίδια της επιδερμίδας. Η πλούσια περιεκτικότητά του σε βιταμίνη Ε καταπολεμά τη γήρανση του δέρματος.


                                

 Copyright © 2015. All Rights Reserved.